ΒΗΡΥΤΟΣ – Παρά την ανακοίνωση εκεχειρίας από τις 17 Απριλίου, η ανθρωπιστική κρίση και ο εκτοπισμός στον Λίβανο συνεχίζονται. Πρόκειται για μια εξαιρετικά ευαίσθητη συγκυρία με συνεχιζόμενες ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές, βομβαρδισμούς, κατεδαφίσεις, εντολές εκκένωσης, απαγορεύσεις επιστροφής σε ορισμένες περιοχές και περιορισμούς στην κυκλοφορία. Όλα αυτά, συνεχίζουν να προκαλούν επαναλαμβανόμενο εκτοπισμό των κατοίκων και ραγδαία αύξηση των ανθρωπιστικών αναγκών.
Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες επισημαίνει ότι, παρόλο που η πρωτεύουσα, η Βηρυτός, δεν έχει δεχτεί επιθέσεις τις τελευταίες εβδομάδες και η κρίση στον Λίβανο προβάλλεται λιγότερο στα μέσα ενημέρωσης, οι άμαχοι που παραμένουν στο νότιο Λίβανο και σε περιοχές της Μπεκάα ζουν με τον ίδιο φόβο για τη ζωή τους όπως και πριν από την εκεχειρία. Ταυτόχρονα, όλο και περισσότεροι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις εστίες τους.
Από τις 17 Απριλίου, τουλάχιστον 380 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί παρά την ανακοινωθείσα εκεχειρία. Παράλληλα, εκτεταμένες καταστροφές εξακολουθούν να καταγράφονται σε μεγάλες περιοχές της χώρας, πλήττοντας τα σπίτια εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων καθώς και βασικές υποδομές. Σύμφωνα με το Εθνικό Συμβούλιο Επιστημονικής Έρευνας του Λιβάνου (CNRS), 428 κατοικίες καταστράφηκαν και άλλες 50 υπέστησαν ζημιές μόνο κατά τις τρεις πρώτες ημέρες της εκεχειρίας. Οι άμαχοι συνεχίζουν να υποφέρουν, ενώ η ανασφάλεια καθορίζει τις αποφάσεις των ανθρώπων σχετικά με το αν θα επιστρέψουν στις πόλεις και τα χωριά τους ή αν θα παραμείνουν όπου βρίσκονται για την ώρα. Πολλοί από τους εκτοπισμένους δεν έχουν καν τη δυνατότητα επιστροφής, καθώς ο ισραηλινός στρατός το απαγορεύει στις περιοχές που ελέγχει στο νότο.
Παρόλο που όλοι οι εκτοπισμένοι λαχταρούν να επιστρέψουν στα σπίτια τους και χιλιάδες οικογένειες έχουν προσπαθήσει να το κάνουν από την κήρυξη της εκεχειρίας, αυτές οι μετακινήσεις παραμένουν περιορισμένες, δοκιμαστικές και συχνά προσωρινές. Πολλοί επιχειρούν να δουν κατά πόσο μπορούν να επιστρέψουν, αλλά διαπιστώνουν ότι τα σπίτια τους έχουν καταστραφεί, οι γειτονιές τους δεν είναι ασφαλείς και οι βασικές υπηρεσίες δεν υπάρχουν. Οι οικογένειες αναγκάζονται να φύγουν, επιστρέφουν για λίγο και στη συνέχεια εκτοπίζονται ξανά – εγκλωβισμένες σε έναν εξουθενωτικό φαύλο κύκλο αβεβαιότητας.
Όσοι επιστρέφουν έρχονται αντιμέτωποι με μια σκληρή πραγματικότητα: εκτεταμένες καταστροφές σπιτιών και υποδομών, έλλειψη ηλεκτρικού ρεύματος ή νερού, κατεστραμμένες ή μη λειτουργικές ιατρικές υποδομές και σχολεία, διαρκής κίνδυνος από μη εκραγέντα εκρηκτικά.
Μόλις την περασμένη εβδομάδα, συνάντησα οικογένειες που είχαν προσπαθήσει να επιστρέψουν στα σπίτια τους στην Ναμπατίγια και την Τύρο, μόνο για να βρεθούν ξανά σε συλλογικά καταφύγια, ακόμα πιο συντετριμμένες, αφού αντίκρυσαν τα σπίτια τους εντελώς κατεστραμμένα. Ένας άνδρας μου έδειξε στο κινητό του μια φωτογραφία του κατεδαφισμένου του σπιτιού. Τώρα έχει επιστρέψει στη Σιδώνα και κοιμάται στο πάτωμα ενός σχολικού κτιρίου που λειτουργεί ως καταφύγιο, χωρίς να έχει πλέον κάπου να γυρίσει.
Οι διασυνοριακές μετακινήσεις συνεχίζονται. Από την πρόσφατη κλιμάκωση της σύγκρουσης στις 2 Μαρτίου, περισσότεροι από 310.000 Σύροι έχουν περάσει στη Συρία από τον Λίβανο, δηλώνοντας ότι δεν είχαν άλλη βιώσιμη επιλογή από το να φύγουν.
Παράλληλα, η Επείγουσα Έκκλησή μας για βοήθεια προς τον Λίβανο παραμένει σε κρίσιμο χρηματοδοτικό έλλειμμα, καθώς μέχρι στιγμής έχει συγκεντρωθεί μόνο το 38% των απαιτούμενων πόρων, γεγονός που περιορίζει ουσιαστικά τη δυνατότητα παροχής σωτήριας βοήθειας.
Παρά τις προκλήσεις αυτές, η Ύπατη Αρμοστεία συνεχίζει να υποστηρίζει τις προσπάθειες ανταπόκρισης υπό τον συντονισμό της κυβέρνησης, συνεργαζόμενη στενά με τις εθνικές αρχές και τους εταίρους της για την παροχή υπηρεσιών προστασίας, καταλυμάτων έκτακτης ανάγκης, χρηματικής βοήθειας και βασικών ειδών πρώτης ανάγκης.
Αυτή η εύθραυστη εκεχειρία πρέπει να διασφαλιστεί, για να μπορέσουν οι εκτοπισμένες οικογένειες να επιστρέψουν με ασφάλεια, και να πλαισιωθεί από σταθερή διεθνή υποστήριξη.




